Τις αναμνήσεις δεν πρέπει να τις πετάς ποτέ

Ήταν μέρες τώρα που φλέρταρε με την ιδέα. Αλλά πάντα έβρισκε δικαιολογίες να το αποφύγει. Το νοικοκυριό δεν ήταν ποτέ το φόρτε της και τώρα η ιδέα και μόνο πως θα χωνόταν μέσα σε τόνους σκόνης στο υπόγειο, την απωθούσε τρομερά.
Αλλά έπρεπε.
Έτσι, όταν πια δεν είχε καμία άλλη δικαιολογία να λουφάρει, φόρεσε τα “γιορτινά” της και κατέβηκε στην αποθήκη του υπογείου.
Μια έντονη μυρωδιά κλεισούρας της ξεσήκωσε τα ρουθούνια από το ξεκλείδωμα κιόλας της σιδερένιας πόρτας.
Προχώρησε αποφασιστικά, ανασηκώνοντας τα μανίκια.
Στη γωνία βρισκόταν το ροζ ποδήλατο που αγόρασε σε μια κρίση υγιεινής ζωής. Ζήτημα αν έκανε 3 φορές τη βόλτα του πάρκου. Μετά το ακούμπησε εκεί και δεν το ξανακούνησε. Σημείωσε νοερά να ξαναρχίσει ποδήλατο και συνέχισε το ξεκαθάρισμα.
Κιβώτια με τετράδια από το σχολείο, σημειώσεις από το πανεπιστήμιο, εργασίες. Κάρτες, παλιά άλμπουμ με φωτογραφίες, δώρα και βιβλία. Πέταγε, ξεσκόνιζε, θυμόταν.
Ώσπου πίσω από κάποιο κουτί με χριστουγεννιάτικα στολίδια, το είδε. Από την ώρα που έμπαινε εκεί μέσα ήξερε ότι θα έπεφτε πάνω του. Ίσως υποσυνείδητα να ήταν αυτό ο λόγος που δεν ήθελε να κατέβει εκεί.
Όχι δεν ήταν φόβος. Σίγουρα δεν ήταν και νοσταλγία. Ήταν άρνηση. Μοναχά άρνηση, χωρίς κανένα άλλο συναίσθημα.
Ήταν ένα μικρό χάρτινο κουτί. Παλιότερα θα πρέπει να φιλοξενούσε παπούτσια. Τώρα πια είχε μέσα ένα ξεθωριασμένο, αρωματισμένο φανελάκι κι ένα σημείωμα πάνω σε χαρτάκι για στριφτό τσιγάρο.
Ένα ραβασάκι από εκείνον. Εκείνον που κάποτε ονομάτισε τον έρωτα της ζωής της, τον πρώτο, το μοναδικό. Του χρωστούσε πολλά, το ήξερε, κι ας μην ήταν πια στο κάδρο της.
Του χρωστούσε όνειρα, δάκρυα, απογοητεύσεις. Στιγμές δυνατές, έντονες, αξεθώριαστες στη μνήμη.
Του χρωστούσε όσα δεν έγινε κι όσα έγινε.
Η μυρωδιά του κουτιού κάποτε την πλήγωνε. Τώρα όμως πια δεν τη συγκινεί. Το κρατά στα χέρια της, το περιεργάζεται, περιμένει κάποιο συναίσθημα, κάποια φόρτιση της στιγμής, αλλά τίποτα.
Της έρχεται η εικόνα του στο μυαλό αλλά η καρδιά της παραμένει πεισματικά ήρεμη. Κανένα χτυποκάρδι της δεν του ανήκει πια. Ούτε καν αυτή του ανήκει κι ας πίστευε κάποτε πως δε θα μπει ποτέ σε άλλο σώμα. Κοινότυπο ίσως αλλά πλέον έμαθε να μην ανήκει πουθενά. Ποια; Αυτή που πάντα της ήθελε την ασφάλεια του να είναι κάπου, με κάποιον δεμένη.
Φυσά τη σκόνη από πάνω του και ξανακοιτά το κουτί. Κάποτε, τότε που ο έρωτάς της είχε κόκκινο χρώμα, το έβλεπε τόσο όμορφο. Ήταν το πολύτιμό της, ήταν εκείνος. Τώρα πια που ο έρωτας έγινε σκόνη και το χρώμα του έγινε πιο γκρίζο κι από το γκρίζο, βλέπει την αληθινή του διάσταση. Είναι ένα κουτί με παπούτσια. Ένα φθαρμένο κουτί γεμάτο αναμνήσεις, ληγμένα όνειρα και κάλπικες υποσχέσεις. Κάποτε θα έκλαιγε και μόνο στην αφή του. Θα την έπιανε το παράπονο, ο θυμός, ο πόνος. Τώρα πια κενό. Πέρασε κι αυτό.
Μια στιγμή φλερτάρει με την ιδέα να το πετάξει. Σχεδόν το κάνει αλλά το μετανιώνει.
Θα το κρατήσει. Δε θέλει να το ξεχάσει. Δε θέλει να ξεχάσει.
Είναι οι αναμνήσεις της. Και τις αναμνήσεις δεν πρέπει να τις πετάς ποτέ.
Θέλει να θυμάται. Όχι εκείνον.
Θέλει να θυμάται πως ήταν και να χαίρεται γι’αυτό που έγινε.
Χωρίς αυτόν…
Ευτυχώς…

Της Στεύης Τσούτση

diaforetiko

Πηγή

Διαβάστε περισσότερα