Ξέχνα την ανασφάλεια και βούτα στη ζωή. Τόλμα ρε!

 

 

Σκάσε και βούτα. Τράβα εκεί που τρέμουν τα πόδια σου.

 

Κοιτιούνται στον καθρέφτη και το είδωλο τους τρομάζει.
Το αναγνωρίζουν. Ξέρουν κάθε του σπιθαμή, αλλά δεν πιστεύουν σε αυτό.
Ο εαυτός τους…
Ο οικείος εχθρός… Ο άσπονδος φίλος.

Ο αδύναμος, ο αδιάφορος, ο άχρωμος, ο ανίκανος.
Πολλές οι λέξεις από «Α» που τους πληγώνουν.
Μα πάνω από όλες, μία. Χαραγμένη βαθιά στο δέρμα. Τατουάζ που δεν επέλεξαν αλλά δεν έκαναν και τίποτα για να αποφύγουν.

Ανασφάλεια.
Το «Α» και το «Ω» μιας άχρωμης ζωής. Βουτηγμένης σε δειλίες κι άκαπνες μέρες.
Ανασφάλεια.
Καίει το δέρμα τους και φρενάρει την ύπαρξη. Την εμποδίζει να σκεφτεί, να πράξει, να ζήσει.
Πώς να συνυπάρξουν με έναν αιώνιο φόβο να τους σφίγγει τα σωθικά; Με έναν κριτή να ζει μόνιμα μέσα στο κεφάλι τους και να δικάζει.
Κυρίως, όμως να καταδικάζει. Κάθε τους κίνηση, κάθε τους λέξη. Ακόμη και κάθε τους σκέψη.
Δίχως εμπιστοσύνη για τον εαυτό τους.
Δίχως να πιστεύουν στις δυνάμεις, στο μυαλό και την καρδιά τους.
Δεν πιστεύουν σε εκείνους.
Αδιέξοδο.
Και πόσο λάθος.
Μεγάλο, τραγικό, ανυπολόγιστο.
Ποιος τους είπε πως οι άλλοι είναι καλύτεροι απ’ αυτούς;
Αλλά και να είναι, ποιος νοιάστηκε; Τι πειράζει; Ποιος έκανε διαγωνισμό τη ζωή;
Ποιος είπε πως μόνο ένας μπορεί να είναι καλός και οι υπόλοιποι να πάνε να πνιγούν;
Γιατί να μην είναι πολλοί οι καλοί; Πολλοί οι ικανοί;
Ποιος τους βούτηξε στην ανασφάλεια και τους άφησε να πνίγονται εκεί; Αφήνοντας τους ένα στενό καλαμάκι για να ανασαίνουν; Αφήνοντας τους να πιστεύουν πως είναι ψίχουλα;
Όχι.
Σε κανένα δεν αξίζει να ανασαίνει με δόσεις όταν μπορεί να γεμίσει τα πνευμόνια του αέρα.
Σε κανένα δεν αξίζει να νιώθει ψίχουλο ενώ μπορεί να είναι ψωμί.
Πόσες ευκαιρίες έφυγαν από τα χέρια. Πόσοι έρωτες που δεν διεκδικήθηκαν ποτέ. Πόσα δίκια που δε ζητήθηκαν πίσω. Όλα με την ίδια δικαιολογία.
«Δε θα τα καταφέρω».
«Δεν αξίζω».
«Δεν μπορεί, δε γίνεται, θα πάει χάλια».
Μια ζωή προστατευμένη σε κουκούλι. Μια ζωή δίχως τόλμη, δίχως θάρρος, δίχως λίγο θράσος.
Λίγο τσαγανό γαμώτο. Να ανέβει η αδρεναλίνη και να τρέμουν τα πόδια.
Από αγωνία, από ανυπομονησία. Από αβεβαιότητα…
Από τη σκέψη αν θα βγει το όνειρο ή αν απλά θα διαψευστεί.
Κι ας αποτύχει. Και τι έγινε;
Κι αν φάνε τα μούτρα τους, με γεια τους με χαρά τους. Θα έχουν τολμήσει. Δε θα βασανίζονται εις τον αιώνα τον άπαντα από χίλια αναπάντητα «αν».
Όλοι κάνουν λάθη. Καμία τελειότητα δε γράφτηκε στο DNA.
Ίσως η μόνη που διαθέτουμε να είναι αυτή της αντοχής. Η ικανότητα να πέφτουμε με τα μούτρα και να σηκωνόμαστε ξανά. Να τινάζουμε το χώμα και να ξαναπροσπαθούμε.
Γιατί έτσι πρέπει να είναι η ανθρώπινη φύση. Πεισματάρα κι επίμονη.
Γιατί με κοιτάς; Από αυτούς δεν είσαι κι εσύ; Τόση ώρα διαβάζεις και βλέπεις το πρόσωπο σου πίσω από τις λέξεις.
Θυμάσαι τον έρωτα που άφησες να φύγει γιατί δε θεώρησες πως του άξιζες.
Την προαγωγή που έφυγε από τα χέρια σου γιατί δεν έπεισες κανέναν πως έπρεπε να την πάρεις εσύ. Ούτε καν τον ίδιο σου τον εαυτό.
Θες να σου πω την αλήθεια;
Εσύ φταις.

Που δεν πιστεύεις σε σένα. Που δεν παλεύεις για σένα. Κανείς άλλος δεν πρόκειται να το κάνει για την πάρτη σου. Μόνο εσύ. Χώνεψε το.
Κι αν δε σου αρέσει η ζωή σου έτσι όπως την έκανες, πάρε τα γκέμια και στρίψε. Στρίψε την στο άγνωστό. Στα όνειρα που έκανες και δεν τόλμησες ποτέ να ομολογήσεις ούτε σε σένα.
Στάσου στην άκρη από το προστατευτικό κουκούλι σου και κάνε εκείνο το βήμα που θα σε βγάλει εκτός των ορίων του.
Κι ας έχει γκρεμό. Και τι έγινε;
Σκάσε και βούτα. Τράβα εκεί που τρέμουν τα πόδια σου.
Ζήσε ρε. Πριν να είναι αργά.

 

Της Στεύης Τσούτση

Πηγή

Διαβάστε περισσότερα
loading...